...ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ - ΑΥΤΟ ΔΕ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΤΙΣ ΥΙΟΘΕΤΟΥΜΕ Η ΟΤΙ ΣΥΜΠΙΠΤΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ....

'' ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ''

''..........................ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΤΕΛΟΣ..........................''

ΡΟΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ! Περιμένοντας να ανατείλει η 20η Αυγούστου…

ΣΥΝΟΨΙΣ
Tην σήμερον ημέρα, ελπίζω να μην είναι πλέον αργά, αρχίνησα τες ετοιμασίες. Ηγέρθην ενωρίς, νίφτηκα εις πρόσωπον και λαιμά, εξυρίσθην δίχως να κοπώ, έπλυνα οδόντας, έβαλα.......
αποσμητικό στες αμασχάλες, εφόρεσα καθαράν σκελαίαν, εχτενίστηκα, ντύθηκα τα τσαπράζια, έβαλα τα πασουμάκια μου και έτοιμος ωσάν από καιρό, σβέρκωσα την κόρη μου όπου ήθελεν χάδια και της έδωκα μιαν περιποιημένην δόσιν. Ύστερον εφίλησα στοργικά την σύζυγον οπού είχεν προετοιμαστεί εις

κατάλληλον χρόνον και ήτο έτοιμη δι’ όλα, ήπια με δυο ρουφηξιές τον καϊφέ, έρριψα τελευταίον οφθαλμόν στες ειδήσεις της τηλεοράσεως, ουδέν συγκλονιστικό και καινουργές διέθετε και κατήλθα την σκάλαν ακολουθούμενος από την σύντροφον ζαλωμένη τον μπόγον με τα τιμαλφή και τα είδη ανάγκης, εις την πυλωτήν. Εκεί περίμεναν αδημονώντας φίλοι και σύντροφοι από παλαιά. Ο Ραζηκότσικας, ο Κίτσος ο Τζαβέλας, ο Νότης ο Μπότσαρης κι άλλοι. Στρίψαμε καπνόν με φύλλα της εφημερίδος, ροφώντας με απόλαυση τον καπνό, κοιταχτήκαμε εις τους οφθαλμούς δακρύοντες, δεν εχρειάσθη να ομιλήσωμεν, καταλαβαινόμασταν και δίχως λόγια, είχαμαν δώσει όρκο φοβερό από πρωτύτερα, λεύτεροι να ζήσωμεν ή να χαθώμεν ούλοι πολεμώντας, ζωστήκαμε τα τιμημένα τ’ άρματα και κινήσαμε να βγούμ’ απ’ τα μνημόνια.

Γνωρίζαμε καλώς ότι αυτό που κάμαμε, ομοίαζε αυτοχειρία και ημπορούσε και να ‘ταν η τελευταία μας πράξις. Ολίγοι θα βλέπαμε τον ήλιο να ανατέλει λαμπρός την επαύριον, στες 20 του μηνός Αυγούστου. Δεν είχαμεν όμως ‘πιλογή. Η πείνα μας είχε σφίξει. Μας θέριζε η λιτότης. Σκιάχτρα ομοιάζαμε από τον λοιμό. Τα ρογοβύζια των γυναικώνε είχανε στερέψει από γάλα. Είχαμαν φάγει τες έσχατες φοράδες, τες γαλές και τα ποντίκια, η πόλις ήτο πλέον νεκρά ως πόλις της Βενεζουέλας άνευ χάρτου υγείας, οπως έλεγε η Σπυράκη που είχε φαρμάκι στο στόμα και ο Άδωνις που ήτο οπλαρχηγός διπλά και τρίδιπλα προσκυνημένος.

Την Χαρά με χίλια δυο βάσανα βάσταγα μην την θυσιάσω στο καλό του Αγώνα, δυό χιλιάδες φόρους την ημέραν μας έριχνε με μπομπάρδες το σκυλί ο Κιουταχή Τσακάλ που δεν κάτεχε τα ρωμέϊκα κι ο ρουφιάνος ο Μπραήμης Χουλιάρ, σκατά στ’ όνομά του και την πίστη του την μπουτάνα, μας κράταγε φυλακωμένους έχοντας στήσει ντάπιες με κομπιούτερ ολοτρίγυρα ίνα μην σώσει κανείς την κατάσχεσιν. Ελπίδαν δεν είχαμεν πια καμμιάν, ει μη εις τον Θεόν που είναι μεγάλος και Έλλην εις την καταγωγήν, καθώς και εις την Παναγιά την Ελευθερώτρια μεγάλη η χάρη της. Εκεί είχαμε εναποθέσει τας ελπίδας του Γένους, διότι ο στόλος του Καμμένου με τ’ όνομα, δεν έφτακε ποτές διά εφόδια εις τον αποκλεισμόν στο έρμο Μισολόγγι.

Τοιουτοτρόπως αποφασίστηκε εις σύναξιν μυστικήν η έξοδος. Εμείς οι ολίγοι ομπρός να σπάσωμεν τον κλοιόν, οπίσω οι γυναίκες και τα παιδιά τα σκελετωμένα, ακόμα πιο οπίσω, ολίγοι ίνα μη μας ριχτούνε οι σερασκέρηδες και οι σπαχήδες του σουλτάνου Αλ Τσιπρ που μας ρήμαξε άδικα, κακό χρόνο να ‘χει. Στα βυζανιάρικα είχαμε δώκει παπαρούνας ζουμί να κοιμούνται, μην σκούζουνε και μας πάρουνε χαμπάρι οι εφοριακοί, τα ΜΑΤ και οι άγριοι φύλακες των διοδίων που ζητάγανε χαράτσι και φυλάγανε σκοπιά προληπτικώς ίνα μην υπάγει ο Ρουβίκωνας και τους αιφνιδιάσει ρίπτοντας τρικάκια. Τες γριές με το λάδι που πασαλείβανε τα κονίσματα και τα πλακάκια στα Μουσεία δεν τις εφοβούνταν οι Αγαρηνοί κι ας κάμανε ζημίαν ουκ ολίγην εις τα κειμήλια τα ιερά.

Έτσι τα είχαμεν κανονίσει όλα. Εκινήσαμε δύο της νυκτός, με βαθύτατον σκότος, άνευ σελήνης, ίνα τους πιάσωμεν εις τον ύπνον και φτάσωμεν εις την Άμφισσαν και τον σωσμόν. Ατυχώς, παρά τας προσπαθείας όλων, μας επήρανε χαμπάρι. Κάποιος ογλίστρησεν όπως εβαδίζαμε όλοι σκυφτοί σιωπηλώς και ανέκραξεν στεντορείως: γαμώ τον κώλο σας τι τραβάμε νυχτιάτικο. Άλλοι λέγουν πάλι πως δεν έγινε έτζι. Πως κάποιος φθισικός έβηξεν. Γεγονός είναι ότι μας αντελήφθησαν οι άπιστοι όπου πηγαίναμε να βγούμε ζούλα και λάθρα των μνημονίων και μας επέσανε με τα γιαταγάνια. Όλίγοι εγλύτωσαν του χαμού.

Οι ρέστοι εσκλαβώθημεν και πάλιν ίσαμε το 2060 με έκτακτα δοσίματα, δεκάτην και κεφαλικούς που ήταν μνημόνια, ομοιάζανε μνημόνια, αλλά δεν τα λέγανε έτζι. Γερμανοί και Γάλλοι, Άγγλοι, Πορτογάλοι, Μπόερς και Αυστριακοί, οι σύμμαχοι Ευρωπαίοι, πολλά εχάρησαν που ο Σουλτάνος Αλ Τσιπρ μας κατενίκησεν μας κατέκοψεν τους πόδας και δεν δώκαμε κακό παράδειγμα εις άλλους και κιντυνέψει η Ιερά Συμμαχία των. Εμείς έκτοτε ακονίζωμεν κρυφά αμφιστόμους μαχαίρας και ορκιζόμεθα “Ελευθερία ή Θάνατος” διαβάζοντας Βλαδίμηρο στο κρυφό σχολειό και γράφοντας εις τον μπούτζον μας τας οδηγίας των. Τα παληκάρια μας τραγουδούνε ήδη στα όρη και στα ψηλώματα κάτω από τα έλατα, άσματα και Θούρια ελπιδοφόρα. Τραγουδούν:

Ακόμα τούτ’ η άνοιξη
ραγιάδες, ραγιάδες,
τούτο το καλοκαίρι,
καημένη Ρούμελη,
ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ‘ΡΘΕΙ Ο ΜΟΣΚΟΒΟΣ
ραγιάδες, ραγιάδες,
να φέρει το σεφέρι,
Μοριά και Ρούμελη…

Ήγουν, ότι κάμωμε μοναχοί μας. Πήραμε το μάθημα. ΄Εχωμε νύχια; Ξυνόμεθα. Δεν έχωμεν; Tην κάτσαμε την λέμβον, διότι ως γνωστόν είμεθα έθνος ανάδελφον. Πάντως την φωτιά και το τσεκούρι δεν θα τα γλυτώσουν οι προσκυνημένοι. Λέω εγώ τώρα… Ας τους Νενέκους να γιορτάσουν και να πανηγυρίσουν και θα ‘ρθει κι η ώρα…

Η σύζυγος εσώθη, δια να με τρέχει εις τους ιατρούς με την λευκήν βελάδα, ως ψυχοπαθή πλέον χρήζοντα ψυχιατρικής υποβοηθήσεως, πράγμα που πιθανόν και ουχί κατ’ ελάχιστον βέβαιον, δύναται να αποβεί εις καλόν της υγείας μου. Εσώθην και εγώ δια να ιστορήσω τα καθέκαστα της ηρωϊκής εξόδου από τα μνημόνια και τας χρείας ας έχωμεν οι πτωχοί. Η Χαρά υγιαίνει και εχάρη ιδιαίτατα που έχει πάλι κοντά τους τάλαινας γονείς της. Της έδωκα βεβαίως μελιτζάνες να φάγει το ζωντανό (αττική σύνταξις), λόγω ακριβείας των κρεάτων.

Αύριο θα φάει, θέλει δεν θέλει, μπάμιες. Της το είπα με όση τρυφερότητα διαθέτω: μπορεί να εξήλθαμε – τύποις – των μνημονίων, αλλά κρέας και κόκκαλα θα ξαναφάς το 2060. Κοντά είναι. Υπομονή. Αυτή ήλθε τότε σιμά, μου έγλειψε τα χέρια και με ομίλησε ταπεινά και με σέβας: δώνε μου τσιτσί και κόκκαλα ωρέ ογλού, να λιγδώσω τ’ αντεράκι μου και θα ‘μαι καλό κορίτσι. Έλα όμως που δεν την πιστεύω όσον και να την αγαπώ. Είναι καθ’ έξιν ψεύτρα. Τσίπρας, Κούλης και Φώφη σε συσκευασία σκύλας…