...ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ - ΑΥΤΟ ΔΕ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΤΙΣ ΥΙΟΘΕΤΟΥΜΕ Η ΟΤΙ ΣΥΜΠΙΠΤΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ....

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΠΡΟΔΟΤΕΣ

ΔΕΝ ΣΑΣ ΞΕΧΝΑΜΕ....

Πηγή:

ΡΟΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

ΑΔΡΙΑΣ: Η ιστορία που θα έπρεπε να γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες

ΑΔΡΙΑΣ: Η ιστορία που θα έπρεπε να γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες
Δυστυχώς, σχεδόν κανένας Έλληνας δε γνωρίζει την ιστορία του συγκεκριμένου πλοίου,
που δια πυρός και σιδήρου, έχοντας όλες τις πιθανότητες εναντίον του, κατάφερε και έφτασε στην.....
"Ιθάκη" του, διδάσκοντας τους πάντες τι εστί τόλμη, αποφασιστικότητα,, γενναιότητα, πείσμα. Αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά περίτρανα, το γιατί οι Έλληνες ήταν, είναι και θα είναι οι καλύτεροι θαλασσοπόροι!

Ας πάρουμε ομώς τα πράγματα απο την αρχή.

Ο ΑΔΡΙΑΣ, ήταν ένα αντιτορπιλικό πλοίο τύπου HUNΤ, που μας παραχώρησε το Βρετανικό Ναυτικό κατά τη διάρκεια του πολέμου. Παρελήφθη τον Ιούλιο του 1942 και ο πρώτος του κυβερνήτης ήταν ο Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας. Το πλοίο, από τις αρχές του Ιανουαρίου 1943, εντάχθηκε στις Συμμαχικές δυνάμεις και ξεκίνησε να συμμετέχει σε διάφορες και επικίνδυνες αποστολές, με τις συνθήκες να μην είναι καθόλου ευνοϊκές.

Στις 27 Ιανουαρίου 1943 τα μεσάνυκτα, ο ΑΔΡΙΑΣ, εντόπισε 360 μίλια ΒΔ(βορειοδυτικά) του ακρωτηρίου FINISTERRE του Βισκαϊκού, ένα εχθρικό υποβρύχιο και αμέσως επιτέθηκε. Το υποβρύχιο, προσπαθώντας να διαφύγει καταδύθηκε σε μεγάλο βάθος. Ο ΑΔΡΙΑΣ απάντησε σε αυτή την κίνηση με βόμβες βάθους. Αφού το καταδίωξε για περίπου δύο ώρες, τελικά το βύθισε.

Επόμενος σταθμός του ταξιδιού του ΑΔΡΙΑΣ, ήταν η Μεσόγειος. Εκεί ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν τα εχθρικά τορπιλοπλάνα που χτυπούσαν αιφνιδιαστικά κατά το λυκόφως. Δυο πλοία που μετέφεραν στρατεύματα βυθίστηκαν μέσα σε μία τέτοια επίθεση. Ο ΑΔΡΙΑΣ έσπευσε στη διάσωση των επιζώντων και μάζεψε συνολικά 116 ναυαγούς.

Έξω από την Αυγούστα, τα μεσάνυκτα, επάνω στην αλλαγή της ημέρας 20 προς 21 Ιουλίου 1943, ο ΑΔΡΙΑΣ δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από 4 τορπιλάκατους. Από τις 4 που επιτέθηκαν, μόνο μία κατάφερε να διαφύγει, οι άλλες βυθίστηκαν και η μία καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Ένα πλοίο, ο ΑΔΡΙΑΣ τα έβαλε με 4 μικρότερα μεν, αλλά με μεγαλύτερη δύναμη πυρός, πλοία και βγήκε νικητής, όχι όμως δίχως τίμημα. Το τίμημα πληρώθηκε με αίμα, αφού το εχθρικό πυρ των τορπιλακάτων στοίχισε τη ζωή σε έναν ναύτη πυροβολητή και τραυμάτισε άλλους 18. Σαν να μην έφτανε αυτό δε, άνοιξαν 39 οπές στο πλοίο.

Ο Άγγλος Ναύαρχος, διέταξε τον ΑΔΡΙΑ, να είναι ένα από τα τέσσερα πλοία στα οποία θα παραδιδόταν ο Ιταλικός Στόλος του Νότου στις 10 Σεπτεμβρίου 1943, ως τιμή για τον ηρωισμό του. Ο πόλεμος συνεχιζόταν και ο ΑΔΡΙΑΣ δεν έλειπε από καμία αποστολή. Ταξίδευε 28 ή 29 μέρες το μήνα, προσφέροντας διαρκώς στον αγώνα. Το Σεπτέμβριο του 1943 άρχισαν οι πιο δύσκολες επιχειρήσεις, αυτές των Δωδεκανήσων. 
Ήταν οι πιο δύσκολες επιχειρήσεις μέσα στο γερμανο- κρατούμενο σύμπλεγμα νήσων, χωρίς καμία απολύτως αεροπορική κάλυψη. Αυτό ήταν και το μεγάλο λάθος. Έξι συμμαχικά αντιτορπιλικά, μεταξύ των οποίων και το πασίγνωστο ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, βυθίστηκαν και τέθηκαν εκτός μάχης, τέσσερα καταδρομικά και τρία αντιτορπιλικά. Το ένα τρίτο των πλοίων δηλαδή, που είχαν φύγει για τα Δωδεκάνησα δεν ξαναγύρισε. Ήρθε και η σειρά του ΑΔΡΙΑ να πάει. Ο Διοικητής Αντιτορπιλικών, Αρχιπλοίαρχος Todd, κάλεσε τον κυβερνήτη του ΑΔΡΙΑ, αντιπλοίαρχο Ιωάννη Τούμπα, και του ανέθεσε αποστολή στα Δωδεκάνησα. Τον αποχαιρέτησε μάλιστα, λέγοντάς του "Good Luck" (Καλή Τύχη), χωρίς να παραλείψει όμως να του επισημάνει, ότι δεν νομίζει ότι υπάρχει πιθανότητα πάνω από 20% να τον ξαναδεί.

Ο Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας χαιρέτισε το διοικητή του και αγέρωχος επέστρεψε στο πλοίο του. Στις 03:00 το πρωί της 21ης Οκτωβρίου 1943, ο ΑΔΡΙΑΣ φεύγει για τα Δωδεκάνησα μαζί με άλλα 3 αντιτορπιλικά. Το JERVIS το PATHFINDER και το HURWORTH. Το σχέδιο τους ήταν τολμηρό, αλλά ταυτόχρονα και απλό. Δύο πλοία θα έμπαιναν στον όρμο Λακί της Λέρου, εκεί που προ ημερών είχε βυθισθεί το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ και θα ανεφοδίαζαν τα συμμαχικά στρατεύματα. Παράλληλα όμως, τα άλλα δύο πλοία θα έπλεαν στην περιοχή Καλύμνου, εκτελώντας μια επιχείρηση αντιπερισπασμού για να τραβήξουν εκεί την προσοχή του εχθρού. Στην πρώτη φάση, την κύρια προσπάθεια ανέλαβαν τα Αντιτορπιλικά JERVIS και PATHFINDER. Τα άλλα δύο, δηλαδή το HURWORTH με τον ΑΔΡΙΑ την παραπλανητική.

Αργά το βράδυ τα δυο πλοία έφτασαν στην Κάλυμνο, αναζητώντας εχθρικά πλοία που σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν θα έπρεπε να ήταν εκεί. Μάταια όμως έψαχναν, αφού ο εχθρός δεν ήταν πουθενά. Σε μια τελευταία προσπάθεια να τα βρουν, άναψαν τους προβολείς τους, λάθος που έμελλε να πληρώσουν βαριά. Μετά από μιάμιση ώρα, περίπου στις 3 τα μεσάνυχτα, ο Αντιπλοίαρχος Royston Wright (Ράϊτ) επί του HURWORTH που ήταν επικεφαλής των δύο πλοίων, αποφάσισε απελπισμένος να διατάξει την απόσυρση και την επιστροφή τους για συνένωση με τα άλλα δύο πλοία της Δυνάμεως. Εκείνη τη στιγμή όμως φάνηκαν να ανάβουν φώτα στο αεροδρόμιο της Κω. Είχαν γίνει από τους προβολείς που είχαν ανάψει, αντιληπτοί από τον εχθρό και προετοιμαζόταν η απογείωση αεροσκαφών για να τους επιτεθούν από τον αέρα.

Ο Κυβερνήτης του ΑΔΡΙΑ ειδοποίησε αμέσως τον Αξιωματικό Πυροβολικού, Υποπλοίαρχο Κωνσταντίνο Σωτηρίου και σήμανε συναγερμό, αυξάνοντας ταχύτητα. Στις 03.11 άρχισαν οι επιθέσεις, που ήταν οι σφοδρότερες και οι μεγαλύτερης διάρκειας που δέχθηκε ποτέ αυτό το πλοίο. Τα «στούκας» ασταμάτητα και με μεγάλη μανία εκτελούσαν κάθετες εφορμήσεις, ενώ άλλα αεροπλάνα, ρίχνοντας συνεχώς φωτιστικά διευκόλυναν τη σκόπευση των επιθετικών αεροσκαφών, κάνοντας τη νύκτα μέρα. Ένα «στούκας» επιτέθηκε με δέσμη τριών πανίσχυρων βομβών στο HURWORTH, το οποίο με επιδέξιο χειρισμό του Κυβερνήτη του τις απέφυγε. Τεράστιες στήλες νερού το εξαφάνισαν από το οπτικό πεδίο. Ο ΑΔΡΙΑΣ για κάποιες στιγμές πίστεψε ότι το άλλο πλοίο βυθίστηκε. Το βρετανικό αντιτορπιλικό όμως δεν είχε πάθει τίποτα. Μετά ήρθε η σειρά του ΑΔΡΙΑ. Στις 03.18 ακούσθηκε ο βόμβος αεροπλάνου που έκανε βύθιση.

Ο Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας, εκτιμώντας σωστά την πορεία και τις δυνατότητες του αεροσκάφους απέφυγε τις βόμβες που έπεσαν δίπλα του. Πελώριες στήλες νερού σηκώθηκαν και έπεσαν πάνω στο πλοίο με όλη τους τη δύναμη. Η πλώρη βυθίστηκε και για μια στιγμή όλοι τους νόμισαν ότι πλοίο έχε προσβληθεί. Όμως δεν ήταν έτσι. Το πλήθος των θραυσμάτων από τις βόμβες είχε τραυματίσει ελαφρά πέντε μέλη του πληρώματος. Μετά τρία λεπτά ακολούθησαν και νέες επιθέσεις. Ο Κυβερνήτης συνέχισε με μεγάλη επιτυχία τους χειρισμούς του. Έπλεε με σταθερή πορεία, για να δώσει την εντύπωση στα αεροσκάφη ότι μέσα στη νύκτα δεν μπορούσε να αντιληφθεί την προσέγγιση τους. Όταν όμως στη συνέχεια το έμπειρο αυτί του άκουγε τη βοή του «στούκας» που εκτελούσε βύθιση, έδινε έγκαιρα την εντολή για απότομη στροφή του πλοίου δεξιά ή αριστερά όπως έπρεπε, για να αποφύγει τις βολές. Αυτή η μάχη διήρκεσε πολύ. Σταμάτησε επειδή ο Κυβερνήτης του HURWORTH είχε μια καταπληκτική ιδέα. Έριξε στη θάλασσα ένα καπνογόνο. Με αυτό παραπλανήθηκαν οι Γερμανοί πιλότοι και άρχισαν εκεί να κάνουν τις επιθέσεις τους, αφήνοντας τα αντιτορπιλικά ανενόχλητα, που με μεγάλη ταχύτητα έσπευσαν να απομακρυνθούν μέσα στο σκοτάδι.

Τα ξημερώματα στον όρμο που είχαν καταφύγει, έμαθαν ότι τα άλλα πλοία δεν είχαν επιτύχει τον σκοπό τους. Γι’ αυτό έλαβαν νέες εντολές από το Διοικητή του Στολίσκου τους, καθώς και συμπληρωματικές οδηγίες από τον Αντιπλοίαρχο Ράϊτ, ο οποίος στο τέλος του σήματος διευκρίνισε ότι η επιχείρηση που θα άρχιζε θα έπρεπε να γίνει με πολύ θόρυβο για να προκληθεί η εχθρική αεροπορία. Ο Αντιπλοίαρχος Ι. Τούμπας απάντησε χαριτολογώντας, με σήμα που μεταξύ άλλων έλεγε: «…. οι Έλληνες διπρέπομεν εις τον θόρυβον!».

Φώναξε τότε τους Αξιωματικούς του και γελώντας τους είπε: «Κύριοι, έχομεν να αντιμετωπίσωμεν αεροπλάνα, πυροβολεία, τορπιλλακάτους, και ναρκοπέδια. Λυπούμαι διότι δεν μπορώ να σας προσφέρω τίποτε περισσότερον!».

Το πλοίο απέπλευσε εγκαίρως μαζί με το βρετανικό. Στις 22.00 έπρεπε να αρχίσουν τον βομβαρδισμό των εχθρικών θέσεων στην Κάλυμνο. Ενώ πλησιάζανε και τα πυροβόλα ήταν έτοιμα, ώρα 21.56 αισθάνθηκαν μια ισχυρή διπλή δόνηση στον ΑΔΡΙΑ και ταυτόχρονα ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη. Το πλοίο είχε πέσει σε νάρκη! Ο Κυβερνήτης που βρισκόταν στη γέφυρα τινάχθηκε κυριολεκτικά στον αέρα, ενώ αμέσως μετά μια τρομερή πίεση τον έσπρωξε απότομα κάτω και τον κτύπησε οριζόντια με το στήθος του στο δάπεδο. Χιλιάδες κομμάτια σίδερο που άρχισαν να εκσφενδονίζονται τον καταπλάκωσαν. Τραυματισμένος και με σπασμένο το δεξί του χέρι, μπόρεσε με μεγάλη προσπάθεια να ανασηκωθεί και να κοιτάξει μπροστά. Τότε ήταν που αντί για την πλώρη του πλοίου του είδε τη σκοτεινή θάλασσα. Τότε ένιωσε πως το στόμα του ήταν γεμάτο αίμα και νόμισε ότι είχε πάθει εσωτερική αιμορραγία. Παντού γύρω του είδε νεκρούς και τραυματίες, κατάφερε όμως να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του και να φωνάξει δυνατά: «Μη ξεχνάτε, πως είσθε Έλληνες!».

Μέσα σε όλο αυτό το χαμό, μια φωνή φτάνει που δίνει ελπίδα: «Μηχαναί και λέβητες εν τάξει!» ακούγεται από τον πρώτο μηχανικό του πλοίου. ο βρετανικό αντιτορπιλικό HURWORTH, αφού καθαίρεσε την πετρελάκατο του για περισυλλογή ναυαγών άρχισε να πλησιάζει αργά, ενώ ο Αντιπλοίαρχος Ράϊτ εξέπεμψε το σήμα: «Κρατήσατε. Θα σας πλευρίσω για να παραλάβω το πλήρωμα σας. Κατόπιν να βυθισθεί το πλοίο». Μεγάλο μέρος των επιζώντων του πληρώματος είχε μαζευτεί στη γέφυρα και με αγωνία παρακολουθούσε τις εξελίξεις. Όλοι τους χλώμιασαν, μόλις άκουσαν τη διαταγή από το Διοικητή τους και έστρεψαν το βλέμμα τους στον Κυβερνήτη. Εκείνος είχε πάρει ήδη την απόφαση. Θα έμενε στο πλοίο του! Ήθελε όμως να ξέρει τι θα έκαναν οι υπόλοιποι. Γι’ αυτό, με τη βροντώδη φωνή του, τους ρώτησε: «Θα εγκαταλείψουμε το πλοίο μας;» Αμέσως με μια φωνή όλοι τους απάντησαν: «Όχι ποτέ!». Μετά απ’ αυτό ο Κυβερνήτης δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να αρνηθεί την εκτέλεση της διαταγής του ανωτέρου του. Διέταξε το σηματωρό να απαντήσει αρνητικά.

Ο Διοικητής επανέλαβε άλλες δύο φορές την ίδια διαταγή και έλαβε ισάριθμες αρνητικές απαντήσεις. Το μόνο που δέχθηκε ο Αντιπλοίαρχος Τούμπας ήταν η μεταφορά των τραυματιών στο άλλο καράβι. Το αντιτορπιλικό HURWORTH αποφάσισε τότε να πλησιάσει. Δυστυχώς όμως, το περίμενε το μοιραίο. Έπεσε και αυτό σε νάρκη. Μια τρομακτική έκρηξη εκσφενδόνισε τμήματα του πλοίου μαζί με ανθρώπινα μέλη. Το βρετανικό πλοίο σε λίγες στιγμές χάθηκε από την επιφάνεια. Ο ΑΔΡΙΑΣ, κάνοντας ανάποδα πάσει δυνάμει για να αποφύγει τα συντρίμμια, αλλά και τη φωτιά που είχε ανάψει από τα χυμένα καύσιμα, βρέθηκε κοντά σε δύο επιζώντες του πληρώματός του, που είχαν εκσφενδονιστεί τραυματισμένοι στη θάλασσα και τους έσωσε.

Αφού εξαντλήθηκε κάθε περιθώριο για την περισυλλογή των συμμάχων ναυαγών ο ΑΔΡΙΑΣ με μεγάλες δυσκολίες στο χειρισμού του κατευθύνθηκε με οδηγό τον Πολικό Αστέρα προς τις Μικρασιατικές Ακτές, ενώ η κλίση του διαρκώς μεγάλωνε σε σημείο, που η κρεμασμένη στα καπόνια βάρκα, άρχισε να πλέει στη θάλασσα. Το πλοίο ήταν τόσο έμπρωρο που οι προπέλες άρχισαν να ξενερίζουν. Ο Κυβερνήτης είχε διατάξει σημαιοστολισμό με έπαρση της επίσημης μεταξωτής σημαίας. Αν το ηρωικό πλοίο του βυθιζόταν, θα έπρεπε το τέλος του να ήταν αυτό που άξιζε σε ένα γενναίο και υπερήφανο πολεμιστή. Το ταξίδι όμως συνεχίσθηκε κανονικά, με ταχύτητα πέντε κόμβων και ολοκληρώθηκε χάρις στο γενναίο του πλήρωμα, που έκανε το καθήκον του ακόμα και όταν τα τραύματα άρχισαν να κρυώνουν και να πονάνε πολύ περισσότερο.

Ο Κυβερνήτης συνεχώς έφτυνε αίμα. Τα τραύματα του πονούσαν και η αναπνοή του γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Απομάκρυνε όσους δεν ήταν απαραίτητοι από τη γέφυρα για να μην βλέπουν την κατάσταση του και πέσει το ηθικό. Κάποια στιγμή έχασε τελείως τις αισθήσεις του. Τον συγκράτησε ο Σημαιοφόρος Μουρίκης και ο Υποκελευστής Μαυρωνάς κατάφερε να τον συνεφέρει με χαστούκια. Ο Κυβερνήτης συνήλθε και σηκώθηκε αμέσως, σαν πληγωμένο θηρίο, για να αναλάβει και πάλι με πείσμα τον έλεγχο του πλοίου του.

Μετά τρεις ώρες ταξίδι το καράβι έφθασε στη Μύνδον της Μικράς Ασίας που σήμερα ονομάζεται Γκιουμουσλούκ. Η ώρα ήταν 00.50 της 23ης Οκτωβρίου και το πλοίο είχε διανύσει σ’ αυτή την κατάσταση δεκαέξι ναυτικά μίλια από το σημείο της εκρήξεως! Ο χρόνος ήταν οριακός διότι αν η κλίση είχε προλάβει να μεγαλώσει λίγο ακόμα θα είχε βουλιάξει. Ευτυχώς επίσης που ο Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας ήξερε Διεθνές Δίκαιο. Αν και δεν βρέθηκε το σχετικό βοήθημα στη βιβλιοθήκη του πλοίου, θυμόταν ότι σύμφωνα με ένα διεθνή εθιμικό κανόνα, μπορούσε να καταφύγει σε ουδέτερο κράτος, κάνοντας επισκευές για να γίνει το πλοίο ικανό να πλεύσει, χωρίς όμως να επιτρέπονται εργασίες για επαύξηση της μαχητικής του ικανότητας.

Μετά τη προσαιγιάλωση του πλοίου, ο Κυβερνήτης ξεκίνησε την επιθεώρηση του για τον εντοπισμό εγκλωβισμένων. Άρχισε από την πλώρη, ή μάλλον από ότι είχε μείνει απ’ αυτή και σκύβοντας σε κάθε άνοιγμα φώναζε: «Ε! παιδιά είναι κανείς εδώ;». Σε λίγο εντοπίσθηκαν και άλλοι παγιδευμένοι τραυματίες και διασώθηκαν. Μπαίνοντας όμως ο Κυβερνήτης στο καρέ που είχε μετατραπεί σε χειρουργείο μάχης, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα φρικτό θέαμα. Ο γιατρός Σημαιοφόρος Καποδίστριας πασαλειμμένος με αίματα από διάφορους τραυματίες, έκοβε με ένα κοινό ψαλίδι το αριστερό χέρι του Παπαφρατζέσκου επάνω από τον αγκώνα, χωρίς κανένα αναισθητικό βέβαια, αφού όλο το ιατροφαρμακευτικό υλικό είχε καταστραφεί.

Ο Τούμπας στάθηκε μελαγχολικά κοιτώντας θλιμμένος αυτό το νεαρό παιδί που θα ζούσε όλη την υπόλοιπη ζωή του ανάπηρος. Προσπάθησε να του πει κάτι δείχνοντας τη συμπόνια του. Τα μάτια όμως του γενναίου Υπαξιωματικού πετάχτηκαν κυριολεκτικά έξω από τις κόχες τους και έβγαλαν σπίθες. Ο Παπαφρατζέσκος δεν χρειαζότανε καμιά παρηγοριά αφού είχε πια συνειδητοποιήσει ότι το περασμένο βράδυ είχε γίνει και αυτός ένας ήρωας. Γι’ αυτό στράφηκε όλο υπερηφάνεια και του είπε: «Δεν με νοιάζει για το χέρι μου κύριε Κυβερνήτα. Τι είναι ένα χέρι για την Πατρίδα!». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Αντιπλοίαρχου Τούμπα, που εκείνη τη στιγμή έσκυψε αμίλητος και τον φίλησε στο μέτωπο.

Την μεθεπομένη ημέρα από τον κατάπλου στη Μύνδον ένα ελληνικό καΐκι έφθασε και τους παρέδωσε σώο τον Αντιπλοίαρχο Ράϊτ, καθώς και τον Δίοπο Αθ. Σαββάκη, που ήταν αγνοούμενος. 
Ο τελευταίος που είχε εκσφενδονιστεί στη θάλασσα διασώθηκε, αφού ανέβηκε στη σχεδία που είχε ρίξει ο ΑΔΡΙΑΣ και ενώ βρισκόταν πάνω σ’ αυτή, είχε σώσει το Βρετανό Αξιωματικό, που ήταν τραυματίας και χαροπάλευε στα κύματα. Τους δύο ναυαγούς τελικά τους μετέφερε το καΐκι. Ο Βρετανός Αντιπλοίαρχος ανέβηκε στο πλοίο, χωρίς αυτό να παραλείψει την απόδοση των προβλεπόμενων τιμών στο ναυαγό Διοικητή του. 
Με τον απολογισμό των απωλειών ο αριθμός των νεκρών είχε φθάσει στους εικοσιένα και των τραυματιών στους τριάντα. Η Μικρασιατική Γη φιλοξένησε τους νεκρούς και ένας τύμβος στήθηκε με την επιγραφή: «ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ, ΠΕΣΟΝΤΕΣ ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ 22α ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1943».

Οι επισκευές στο πλοίο συνεχίσθηκαν κανονικά, μετά τη μεθόρμιση σε ασφαλέστερο σημείο. Το πλοίο στεγανοποιήθηκε με πρόχειρο τρόπο που κρίθηκε ικανοποιητικός, αλλά η κατάσταση γενικά δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Μια γερμανική τορπιλάκατος περιπολούσε διαρκώς έξω από τον όρμο και λίγο πιο έξω βρισκόντουσαν τρία γερμανικά αντιτορπιλικά, ενώ εχθρικά αεροπλάνα εκτελούσαν καθημερινές αναγνωρίσεις. Παρ’ όλα αυτά το πλοίο προετοιμάσθηκε για αναχώρηση. Το πρωί της 1ης Δεκεμβρίου ο Κυβερνήτης, οι Αξιωματικοί και το πλήρωμα τέλεσαν μνημόσυνο για τους νεκρούς τους και χαιρετώντας τους έδωσαν την υπόσχεση ότι σύντομα θα επέστρεφαν για να τους πάρουν. Η υπόσχεση αυτή εκπληρώθηκε μετά από δύο χρόνια.

Το βράδυ της ίδιας μέρας στις 21.00 το πλοίο απέπλευσε ανάποδα ολοταχώς για την Αλεξάνδρεια που βρισκόταν σε απόσταση επτακοσίων τριάντα ναυτικών μιλίων. Από την αρχή παρουσιάσθηκαν ανωμαλίες και διαρροές, καθώς και αδυναμία του πλοίου να κυβερνηθεί κινούμενο με ανάποδα. Τότε ο Κυβερνήτης αποφάσισε να ταξιδεύσει με πρόσω, όσο και αν αυτό ήταν επικίνδυνο για ένα πλοίο χωρίς πλώρη και με πρόχειρη στεγανοποίηση.
Μέσα στη νύκτα, με κακές συνθήκες φωτισμού που εμπόδιζαν τον εντοπισμό του πλοίου από τον εχθρό, αλλά ταυτόχρονα δυσκόλευαν και την πλοήγηση του, με κακές καιρικές συνθήκες, με τις αντλίες να μην προλαβαίνουν να εξαντλούν τα νερά από τις διαρροές και με συνεχή εχθρική απειλή, ο ΑΔΡΙΑΣ συνέχισε το ταξίδι του ενώ η κατάσταση διαρκώς χειροτέρευε. Ο τοίχος από τσιμέντο που είχε κτιστεί για να στεγανοποιήσει το ρήγμα από την απώλεια της πλώρης, έσπασε και άρχισε να γεμίζει νερά.

Στις 03.30 το πρωί ανεβαίνει απελπισμένος στη γέφυρα ο Αντιπλοίαρχος Πέρρυ που επέβαινε στο πλοίο και προειδοποίησε τον Κυβερνήτη ότι το πλοίο θα βουλιάξει, συμβουλεύοντας τον να το προσαράξει στις Μικρασιατικές ακτές. Η απάντηση του Κυβερνήτη ήταν αρνητική και μεταξύ άλλων του είπε: «Εσύ είσαι ναυπηγός και καλά κάνεις να μου λες την γνώμη σου. Εγώ όμως είμαι ο Κυβερνήτης! Το καράβι δεν θα το ρίξω έξω. Αν είναι να χαθεί, θα χαθεί στο στοιχείο του, στη θάλασσα. Θα πάμε εμπρός και θα δεις πως δεν θα βουλιάξει!». Και πράγματι δεν βούλιαξε, αλλά σχίζοντας τα νερά υπερήφανο, μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι εγγύς των Τουρκικών ακτών, συχνά δεχόμενο πυρά από τα παράκτια πυροβολεία, επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια.

Ο λιμένας της Αλεξανδρείας ήταν γεμάτος από συμμαχικά πολεμικά πλοία. Τα πληρώματα τους ήταν παρατεταγμένα σε τάξη αποδόσεως τιμών, οι σηματωροί περίμεναν σε ετοιμότητα για τους προβλεπόμενους συριγμούς και οι Κυβερνήτες στέκονταν στη γέφυρα. Σε λίγο άρχισε να φαίνεται στις προσβάσεις του όρμου το Αντιτορπιλικό ΑΔΡΙΑΣ που ταξίδευε χωρίς την πλώρη του. Το συνόδευε τιμητικά το ναρκαλιευτικό ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ, όπου επέβαιναν ο Διοικητής Αντιτορπιλικών, μαζί με άλλους Ανώτερους Διοικητές και το Επιτελείο του Αρχηγού του Στόλου. Δεξιά και αριστερά του έπλεαν δύο βενζινάκατοι.

Με την είσοδο του τραυματισμένου πλοίου στον όρμο και ενώ ήταν έτοιμο να χαιρετίσει, το πρόλαβε η Βρετανική Ναυαρχίδα που έδωσε το παράγγελμα. Από παντού ακούστηκαν συριγμοί και όλες οι σειρήνες άρχισαν να ηχούν χαρμόσυνα. Ταυτόχρονα χιλιάδες πηλίκια και ναυτικοί πηλίσκοι υψώθηκαν. Ο γενναίος Κυβερνήτης του ΑΔΡΙΑ, Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας με εννέα τραύματα και σπασμένο το δεξί του χέρι, στεκόταν υπερήφανος πλοηγώντας το ηρωικό πλοίο του. Μέσα σ’ αυτές τις στιγμές της δόξας και του εθνικού μεγαλείου γυρίζει και βλέπει γύρω του όλους δακρυσμένους.

Τα συμμαχικά με επάρσεις άρχισαν να συγχαίρουν το Ελληνικό πλοίο «Well done ADRIAS», δηλαδή «Εύγε ΑΔΡΙΑ!», ενώ ο σηματοφορικός σταθμός μετέδωσε δύο σήματα, ένα του Ναύαρχου Ουΐλλις, Αρχηγού του Στόλου της Μέσης Ανατολής και ένα άλλο του Ναυάρχου Κάνιγκαμ, Αρχηγού του Στόλου της Μεσογείου. Το πρώτο έλεγε: «Προς ΑΔΡΙΑΝ από Αρχηγό Στόλου Μέσης Ανατολής. Πολύ ευτυχής που σας ξαναβλέπω. Παρακολούθησα την αποφασιστικότητά σας να σώσετε το πλοίο σας με θαυμασμό. Σας συγχαίρω δια το λαμπρό σας κατόρθωμα». Το δεύτερο σήμα ήταν μεγαλύτερο και έλεγε: «Θα ήθελα να σας πω πόσον ευχαριστημένος ένιωσα, μαθαίνοντας ότι ο ΑΔΡΙΑΣ έφθασε στον λιμένα. Παρακολούθησα με θαυμασμό τον αποφασιστικό τρόπον, με τον οποίον ο Κυβερνήτης κατέστησε το βλαβέν πλοίο του έτοιμο προς πλου και το επανέφερε τόσα μίλια και με τόσες δυσχέρειες. Ελπίζω ότι οι γενναίοι Αξιωματικοί και 
άνδρες του, θα βρούνε σύντομα ένα άλλο πλοίο με το οποίον θα συνεχίσουν τον αγώνα και ότι αυτός ο ΑΔΡΙΑΣ θα ετοιμασθεί για να αναλάβει και πάλι μια ημέρα υπηρεσία εις το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό».

Στη συνέχεια άρχισαν να εκπέμπονται πλήθος συγχαρητήρια σήματα. Οι σηματωροί δεν προλάβαιναν να λαμβάνουν. Στην προβλήτα περίμεναν επίσημοι για να συγχαρούν. Μόλις το πλοίο παρέβαλε ο Κυβερνήτης έκανε το Σταυρό του και λέγοντας με όλη τη δύναμη της γενναίας ψυχής του «δόξα σοι ο Θεός!» κατέβηκε από τη γέφυρα.

Η επισκευή του πλοίου δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, λόγω της λήξεως του πολέμου στην περιοχή της Μεσογείου. Το 1945 επιστράφηκε στην Αγγλία, όπου και πουλήθηκε για παλιοσίδερα.


EΛ Hunter 888
Πληροφοριες: elzoni