...ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ - ΑΥΤΟ ΔΕ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΤΙΣ ΥΙΟΘΕΤΟΥΜΕ Η ΟΤΙ ΣΥΜΠΙΠΤΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ....

.ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ. . . . . .


ΡΟΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ακούστε Έλληνες τις φωνές…
«Γης παις ειμί και Ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον.» (Ορφεύς, αποσπ. 17, 11-12),
«Ως ωμόθεν γεγάασι θεοί θνητοί τ’ άνθρωποι» (Ησίοδος, «Έργα και Ημέραι», 108),.....

«Εν ανδρών, εν θεών γένος· εκ μιας δε πνέομεν ματρός αμφότεροι.» (Πίνδαρος, «Νέμεα», Ωδή 6η),
«Αύτις δε το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα, των προδότας γενέσθαι Αθηναίους ουκ αν ευ έχοι.» (Ηροδότου «Ιστορίαι», βιβλ. 8, 144, 14-17, λόγια των Αθηναίων στους Λακεδαιμονίους κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων),
«Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας.» (Πανηγυρικός Ισοκράτους, 50),

«Ο Κωνσταντίνος γέμισε τους δρόμους, τις πλατείες και τα μουσεία της νέας πρωτεύουσας με αρχαίους Ελληνικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς για να δώσει έμφαση στον Ελληνισμό του. Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης που κυκλοφορούσαν κάθε μέρα μέσα στην πόλη δεν θα ήταν δυνατόν να ξεχάσουν ποτέ την δόξα της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ.» (Steven Ranciman, Άγγλος Ιστορικός-Βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα).

«Μόνη γαρ η Ελλάς αψευδώς ανθρωπογονεί, «φυτόν ουράνιον» και βλάστημα θείον ηκριβωμένον, λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμη.» (Ευσέβιος, επίσκοπος Καισαρείας, «Ευαγγελική Προπαρασκευή», βιβλ. 8, κεφ. 14, παραγρ. 66, στιχ. 6-8),

«Σκοτεινές φυλές που ανάμεσά τους δεν καταφεύγει ούτε η χάρις ούτε η μούσα, οι οποίες φυλές μόνο από την Κωνσταντινούπολη παίρνουν φως” (Νικήτας Χωνιάτης, «Ιστορία» τον 12ο αιώνα, άποψη για τους δυτικούς),

«Εν τω γένει των Ελλήνων ημών βασιλεύει», (απόσπασμα της επιστολής του Αυτοκράτωρα της Νικαίας Ιωάννη Δούκα Βατάτζη προς τον πάπα Γρηγόριο Θ’ περί της σοφίας),

«Απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος», και «Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα… Συ δε, ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εγκαυχά;», (Θεοδώρου Β’ Λάσκαρη, «Χριστιανική Θεολογία», 7),

«Ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων» (Κων/νος Παλαιολόγος, 2 ημέρες πριν την Άλωση της Πόλης για την Κωνσταντινούπολη),

Ο πρώτος Πατριάρχης μετά την άλωση της Πόλης τονίζει στους μοναχούς της Πάτμου ότι με την περίσωση των ευρισκομένων στη Μονή χειρογράφων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συμβάλλουν στην επιβίωση του υπόδουλου Γένους.
«Έλληνες γαρ το γένος εσμέν, ως η ημετέρα γλώσσα και παιδεία μαρτυρεί.» (Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων (15ος αι.),
«Αυτά τα αγάλματα, όσα τάλιρα και να σας δώσουν, να μην καταδεχτείτε να φύγουν από την πατρίδα μας. Γι’ Αυτά πολεμήσαμε.» (Στρατηγός Μακρυγιάννης),

«…Ιστορική συνέχεια και εθνική συνείδηση. Σταθερό υπόβαθρο η παράδοση. Εκτέθηκαν προηγουμένως οι παράγοντες που συνετέλεσαν στο να διασωθή και να συγκροτηθή ως «γένος» ό,τι επέζησε από τον ελληνοβυζαντινό κόσμο μετά τη θεομηνία των οθωμανικών κατακτήσεων.

Αποφασιστικώτατα συνέβαλαν οι πνευματικοί παράγοντες: η θρησκεία, συνεκτικός δεσμός και προστατευτικό τείχος, η κοινή γλώσσα, ο χώρος και ο λαός με την ιστορική του συνέχεια, οι πατροπαράδοτοι θεσμοί και παραδόσεις, η συλλογική μνήμη του κοινού παρελθόντος, η κοινή μοίρα του παρόντος, οι ίδιες παρήγορες ελπίδες για το μέλλον.

Η συνοχή του Γένους υπάρχει ήδη διαμορφωμένη στο ιδεολογικό του υπόβαθρο: από τη μια, η βυζαντινή κληρονομιά – η «θεόσδοτη» βασιλεία των «αγίων αυτοκρατόρων», η «θεοφρούρητη» Εκκλησία, ο «οικουμενικός» πατριάρχης, ο «περιούσιος λαός» της Ορθοδοξίας -, απροσδιόριστος ίσως μυστικισμός, αλλά αέναη πάντοτε πηγή μεσσιανικής προσδοκίας, αυτοπεποιθήσεως και οραματισμών· από την άλλη, οι αρχαίοι πρόγονοι, η δόξα των αιώνων, σοφοί και ήρωες, τιμωροί των Ασιατών και κοσμοκράτορες.



Ο υπόδουλος Ελληνισμός είναι ένας κόσμος που γαλουχείται με τους θρύλους του «μαρμαρωμένου βασιλιά», αναζητεί το «πλήρωμα του χρόνου» στα χρησμολόγια, ιστορεί στις τοιχογραφίες των εκκλησιών τον Ακάθιστο με την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη κάτω από τη σκέπη της Υπερμάχου, ζωγραφίζει όμως και τους Έλληνες φιλοσόφους δίπλα στους προφήτες· ονομάζει «ελληνικά» τα κυκλώπεια τείχη και φαντάζεται τους Έλληνες μυθικούς γίγαντες· ξέρει για κάθε ακρόπολη ή πεδίο μάχης θαυμαστές ιστορίες που συνέβησαν στον καιρό των Ελλήνων· έμαθε να απαντά στις γοργόνες ότι «ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος»· ρωτάει και ξέρει ποιους μεγάλους άνδρες έβγαλε ο τόπος του στην αρχαιότητα· μοχθεί να σπουδάσει τα «ελληνικά» των παλαιών βιβλίων, διότι είναι η γλώσσα του Ευαγγελίου και των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και η γλώσσα των σοφών του προγονών· σκύβει με κατάνυξη στα συναξάρια των νεομαρτύρων, που τονώνουν την εγκαρτέρηση με την υπόσχεση ουράνιων φωτοστεφάνων, αλλά παθαίνεται διαβάζοντας τη «φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου», τον οποίο προσμένει να ξαναφανεί, τιμωρός και δικαιοκρίτης.

Στο γόνιμο αυτό έδαφος έριχνε ολοένα και πλουσιώτερο τον σπόρο της η Παιδεία. Η επίγνωση της προγονικής κληρονομιάς, κάτι σαν συναίσθημα υπέροχης, γίνεται αυτοπεποίθηση. Από τις μυστικές πηγές των μεσσιανικών προσδοκιών αναδύεται η πίστη σε κάποια ιστορικά πεπρωμένα. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι, μετά την εβδομάδα των Παθών, έρχεται η Ανάσταση.» (Λ. Βρανούσης στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», 1975, τ. ΙΑ’, σελ. 433),

«… Το Ελληνικό Έθνος ορίζεται ως Υπεριστορική οντότητα που βιώνει διάφορες ιστορικές πραγματικότητες, κατά την διάρκεια των αιώνων, οι οποίες συνιστούν μετεξελίξεις του Ελληνικού πνεύματος…” (Σπ. Ζαμπέλιος, ιστορικός και λογοτέχνης. Χαρακτηρίστηκε ο θεωρητικός της ιστορικής ενότητας αρχαίου, μεσαιωνικού και νεότερου Ελληνισμού και μαζί με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο αποτελούν τους «Διόσκουρους» της ελληνικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, “Βυζαντιναί Μελέται. Περί πηγών Νεοελληνικής Εθνότητος από Η΄ άρχι Ι΄ εκατονταετηρίδος μ.Χ.”, 1857),

“Η συνείδηση της ελληνικότητας στο Βυζάντιο

Η διαφορά με την ελληνιστική εποχή είναι ότι στο Βυζάντιο έχουμε μια κοσμοϊστορική σύνθεση, η οποία σφράγισε και διαμόρφωσε καθοριστικά την πορεία της ανθρωπότητας. Αυτή είναι η συνάντηση του ελληνισμού με το Χριστιανισμό, και η σύνθεσή τους σε ένα αξεχώριστο κράμα. Αυτή η σύνθεση είναι που χαρακτηρίζει αυτό που ονομάζουμε ελληνοβυζαντινό πολιτισμό.

Οι Ελληνοβυζαντινοί ή Ελληνορωμηοί είχαν συνείδηση των ιστορικών τους καταβολών και της εθνικής τους ιδιαιτερότητας. Οι ιστοριογράφοι, αλλά και οι υμνογράφοι της Εκκλησίας, μνημονεύουν ότι οι πόλεμοί τους γίνονταν «κατά βαρβάρων», κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα εθνολογικής διάκρισης και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Μάλιστα, οι ιστοριογράφοι στη γραφή τους ακολουθούσαν τα ίχνη των αρχαίων Ελλήνων ιστοριογράφων, στο πλαίσιο της μίμησης των αρχαίων προτύπων, και αυτό σηματοδοτεί από μέρους τους τη συνείδηση της καταγραφής της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού κόσμου. Έτσι, στα ιστορικά ποιήματα του Γεωργίου Πισίδη ο Χοσρόης είναι ο νέος Ξέρξης και υπαινικτικά οι Ελληνοβυζαντινοί οι συνεχιστές των Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων.

Σε όλη τη χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου, στα σχολεία το πρώτο ανάγνωσμα μετά την Αγία Γραφή ήταν τα ομηρικά έπη, τα εθνικά ποιήματα των αρχαίων Ελλήνων και η πηγή έμπνευσης του Μ. Αλεξάνδρου για την ενότητα και δόξα του ελληνικού κόσμου. Ο σεβασμός για τον Όμηρο ήταν απεριόριστος, σε βαθμό να αναφέρεται συνεκδοχικά ως «ο ποιητής». Όμοια μεγάλος σεβασμός υπήρχε για τον Πίνδαρο, τον άλλο μεγάλο «εθνικό ποιητή» των αρχαίων, αλλά και για τον ρήτορα Δημοσθένη, τον διαπρύσιο κήρυκα του αθηναϊκού πατριωτισμού και της δημοκρατίας!

Πρώτα η σοφία του Θεού και μετά η σοφία του κόσμου, πρώτα ο Χριστός και μετά η πατρίδα και η καταγωγή.

Χωρίς τη σύνδεση με τον ελληνισμό, ο Χριστιανισμός θα ήταν εύκολο να θεωρηθεί ως μια εβραϊκή παραφυάδα η μια εβραϊκή αίρεση. Αυτό οι Ελληνοβυζαντινοί το είχαν κατανοήσει, και έτσι εξηγείται η τόσο μεγάλη προσήλωση και εμμονή τους στα αρχαία ελληνικά πρότυπα και στη μίμησή τους. Έτσι εξηγείται γιατί η Ορθοδοξία έγινε η κιβωτός του ελληνισμού, ευνοώντας την αντιγραφή και τη διάσωση των αρχαίων ελληνικών κειμένων και επιμένοντας στην αρχαιοπρεπή μορφή της εκκλησιαστικής γλώσσας ακόμη και σε λαϊκά αναγνώσματα, όπως τα συναξάρια. Οι Ελληνοβυζαντινοί το κατανόησαν και διαφύλαξαν αυτήν την παράδοση επί αιώνες. Το ζήτημα είναι να το κατανοήσουμε και εμείς, σε μια εποχή όπου τονίζεται από κύκλους Ευρωπαίων ιστορικών και θεολόγων ότι η παράδοση της Ευρώπης είναι «ιουδαιοχριστιανική», με προφανή στόχο να τοποθετηθεί ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία του Αβραάμ» στο πλαίσιο του Ιουδαϊσμού και να αποσυνδεθεί από τον ελληνισμό.

Η συνεχής αναστροφή μας με τον ελληνοβυζαντινό πολιτισμό και την ελληνορθοδοξία είναι από μόνη της μια πράξη μαρτυρίας της αληθείας στην ανθρωπότητα. (Βασίλειος Α. Σαρρής, δρ Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας ΑΠΘ)

«Το έθνος του 1821 ήταν το ίδιο και απαράλλαχτο με το έθνος του 1453» (Κ. Παπαρρηγόπουλος),

********

Αυτοί είμαστε. Το θυμόμαστε; Το ξεχάσαμε; Μας “το ξέχασαν” άραγε; Μας άλλαξαν τις παραδόσεις και την παιδεία και χαθήκαμε μήπως; Μην ακούτε αυτούς που σχεδιάζουν και εφαρμόζουν τον χαμό μας. Απλά θυμηθείτε ποιοι είμαστε…

Ξυπνήστε Έλληνες, χανόμαστε!

NASAR